Prevod "pojava" na grčki jezik:
Rječnik Bosanski-Grčki
Pojava - prevođenje :
Primjeri (Vanjski izvori, nisu pregledani)
| Samo ova pojava | Αυτή την εμφάνιση μόνο |
| To je učestala pojava. | Σκέψου ότι κάτι τέτοια συμβαίνουν κάθε μέρα. |
| Ukazivanje prstom je bilo raširena pojava. | Οι επικρίσεις ήταν διάσπαρτες. |
| I zanimljiva pojava devojke na izvoru? | Τι δηλώνει η εμφάνιση της κοπέλας στην πηγή |
| Danas je volonterizam rijetka pojava u BiH. | Σήμερα, ο εθελοντισμός αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στη Β Ε. |
| Bikos kaže da je to uobičajena pojava. | Συνηθισμένο πράγμα, λέει ο Μπίκος. |
| Pojava grada je određujuća odlika moderne civilizacije. | Η έλευση τηςπόλης είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του μοντέρνου πολιτισμού. |
| Danas je u kafanama prostitucija uobičajena pojava. | Η πορνεία είναι πολύ συχνή στις μέρες μας. |
| Istina je poveznica između stvari i pojava. | Η αλήθεια είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των πραγμάτων και των φαινομένων. |
| Okršaji na stadionima teško da su rijetka pojava. | Οι συμπλοκές σε στάδια αποτελούν κοινό φαινόμενο. |
| Krivotvorenje je pojava, a piraterija je direktna krađa. | Η παραχάραξη αποτελεί φαινόμενο ενώ η πειρατεία αποτελεί άμεση κλοπή. |
| Vlasti kažu da njegova pojava predstavlja ozbiljnu prijetnju. | Οι αρχές αναφέρουν ότι η εμφάνισή του αποτελεί σοβαρή απειλή. |
| Nasilje je sve češća pojava u školama u Srbiji. | Η βία είναι ένα όλο και πιο συχνό φαινόμενο στα σχολεία της Σερβίας. |
| Redovi su uobičajena pojava ispred mnogih ambasada. Getty Images | Οι ουρές είναι συνηθισμένο φαινόμενο έξω από πολλές πρεσβείες. Getty Images |
| Ta najnovija pojava bolesti najviše je pogodila veterinare i stočare. | Το πρόσφατο ξέσπασμα μόλυνε κυρίως εργαζομένους στον κτηνιατρικό κλάδο και αγελαδοτρόφους. |
| Prosjaci Romi postali su u nekim dijelovima Prištine stalna pojava. | Οι αθίγγανοι ζητιάνοι έχουν γίνει μόνιμο γνώρισμα σε μέρη της Πρίστινα. |
| Ova pojava ukorijenjena je u nečemu što bi mogli nazvati | Αυτό το φαινόμενο συνδέεται με αυτό που θα μπορούσε να οριστεί ως |
| Nije nam dato dovoljno prostora da doprinosimo borbi protiv negativnih pojava. | Δεν μας έχει δοθεί αρκετός χώρος για να συμβάλουμε στον αγώνα εναντίον αρνητικών φαινομένων . |
| Ovaj incident možda jest posebno dramatičan, ali nije nikako neuobičajena pojava. | Αν και το περιστατικό αυτό ήταν ιδιαίτερα δραματικό, εν τούτοις δεν είναι ασύνηθες. |
| Priča kućevlasnice u centru Atine Mary Parisi ovih je dana prečesta pojava. | Η περίπτωση της Μαίρη Παρίση, ιδιοκτήτριας ακινήτου στο κέντρο της Αθήνας, είναι συνηθισμένο φαινόμενο αυτές τις μέρες. |
| Ta pojava je jako raširena i utječe na sve turističke centre svijeta. | Το φαινόμενο είναι ευρέως διαδεδομένο και επηρεάζει τα τουριστικά κέντρα σε ολόκληρο τον κόσμο. |
| Sva stoka u selu Kosti, gdje je otkrivena pojava bolesti, poklana je. | Όλα τα βοοειδή στο χωριό Κόστι, όπου και ανακαλύφθηκε το ξέσπασμα κρουσμάτων, έχουν θανατωθεί. |
| Iako je ta pojava sad manje raširena, ona je i dalje prisutna. | Αν και το φαινόμενο αυτό είναι λιγότερο διαδεδομένο πλέον, παραμένει. |
| Bio je samo pojava... Mada niko nije znao za šta je dobar. | Ήταν απλώς ένα απαραίτητο όργανο... αν και κανείς δεν ήξερε σε τι χρησίμευε. |
| Korupcija je teška pojava u Albaniji, ali to nije jedina država gdje imamo korupciju. | Η διαφθορά είναι ένα δύσκολο φαινόμενο, αλλά η Αλβανία δεν είναι το μόνο κράτος που έχουμε διαφθορά. |
| Podaci ministarstva unutrašnjih poslova pokazuju da je najčešća pojava u trgovini ljudima seksualna eksploatacija. | Στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών δείχνουν πως η πιο συχνή αιτία για την εμπορία ανθρώπων είναι η σεξουαλική εκμετάλλευση. |
| Tim datumom obilježava se i pojava prvih organiziranih oblika oružanih snaga buduće srpske države. | Η ημερομηνία τιμά επίσης την εμφάνιση των πρώτων οργανωμένων μορφών ενόπλων δυνάμεων του μελλοντικού σερβικού κράτους. |
| ona poziva i ostale djevojke koje stanuju ovdje. Veoma je zanimljiva i blagorodna pojava... | Είναι πολύ γοητευτική, και το ίδιο πιστεύει και ο πατέρας. |
| Možemo reći da na cijeloj albanskoj teritoriji ima površinskih pojava bitumena, nafte i prirodnog gasa. | Μπορούμε να πούμε πως όλα τα Αλβανικά εδάφη έχουν βιτούμιο, πετρέλαιο και στοιχεία φυσικού αερίου στην επιφάνειά τους. |
| Pojava tih ideja stvorila je prostor za razgovore o historiji, o današnjici i o budućnosti. | Η προβολή των ιδεών αυτών δημιούργησε χώρο για συζήτηση για την ιστορία, για το σήμερα και για το μέλλον. |
| Još jedna relativno novija pojava je sve veći broj beskućnika koji žive na ulicama Atine. | Ένα άλλο, σχετικά νέο, φαινόμενο είναι ο ολοένα μεγαλύτερος αριθμός των αστέγων που μένουν στους δρόμους της Αθήνας. |
| Pojava takvih pojedinaca ne šalje dobru poruku za Kosovo, izjavio je prošle sedmice Čeku novinarima. | Η εμφάνιση τέτοιων ατόμων δεν στέλνει θετικό μήνυμα για το Κοσσυφοπέδιο, ανέφερε ο Τσέκου σε δημοσιογράφους την προηγούμενη βδομάδα. |
| Međutim, više od multimilionskih iznosa u prodaji, pojava Turske kao popularnog brenda je također jednako značajna. | Ωστόσο, πέρα από τα εκατομμύρια δολάρια σε πωλήσεις, εξίσου σημαντική είναι και η προβολή της Τουρκίας ως δημοφιλή ονομασία. |
| Očita ponovna pojava oružane grupe na Kosovu kritizirana je od strane UNMIK a i vodstva pokrajine. | Η προφανής επανεμφάνιση ένοπλης οργάνωσης στο Κοσσυφοπέδιο έχει επικριθεί από τη UNMIK και την ηγεσία της επαρχίας. |
| Skandali su redovna pojava na nacionalnim muzičkim takmičenjima u Opatiji, a ova godina nije bila izuzetak. | Τα σκάνδαλα αποτελούν συχνό φαινόμενο στους εθνικούς διαγωνισμούς τραγουδιού στην Οπατίγια, και αυτό το έτος δεν αποτέλεσε εξαίρεση. |